
18-04-2026 – Η Ελλάδα παραλαμβάνει το πεντηκοστό αναβαθμισμένο μαχητικό F‑16V – Σε εξέλιξη το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού 83 αεροσκαφών από τη Lockheed Martin



Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμβαθύνει επίσης τη συνεργασία της με την ουκρανική αμυντική βιομηχανία, με τη στήριξη του Γραφείου Αμυντικής Καινοτομίας της ΕΕ στο Κίεβο. Στόχος της συνεργασίας αυτής είναι η καλύτερη ενσωμάτωση της Ουκρανίας στη ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση άμυνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο STRATUS, το οποίο θα αναπτύξει ένα σύστημα κυβερνοάμυνας βασισμένο στην τεχνητή νοημοσύνη για σμήνη μη επανδρωμένων συστημάτων. Το έργο περιλαμβάνει ουκρανικό υπεργολάβο, διασφαλίζοντας ότι θα αξιοποιηθεί άμεση επιχειρησιακή εμπειρία από το πεδίο των συγκρούσεων.
Για την προσέλκυση νέου ταλέντου στον αμυντικό τομέα, αρκετά έργα που επικεντρώνονται στη μαζική παραγωγή οικονομικά προσιτών πυρομαχικών για drones θα προκηρύξουν επιμέρους «υπο-προσκλήσεις» για νεοφυείς εταιρείες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις (SMEs). Οι εταιρείες αυτές μπορούν να λάβουν έως 60.000 ευρώ η καθεμία, προκειμένου να ενσωματώσουν καινοτόμες λύσεις, διευκολύνοντας την είσοδο στην αγορά επιχειρήσεων χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον αμυντικό κλάδο. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν και ουκρανικές οντότητες. Στα επιλεγμένα έργα συμμετέχουν συνολικά 634 οντότητες από 26 κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και από τη Νορβηγία, στοιχείο που αντανακλά τη ισχυρή δέσμευση για ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στον παρόντα γύρο, καθώς αντιπροσωπεύουν πάνω από το 38% των συμμετεχόντων και λαμβάνουν περισσότερο από το 21% της συνολικής χρηματοδότησης.
Στο πλαίσιο των προσκλήσεων, 675 εκατ. ευρώ θα διατεθούν για 32 πρωτοβουλίες ανάπτυξης αμυντικών δυνατοτήτων, ενώ 332 εκατ. ευρώ θα χρηματοδοτήσουν 25 ερευνητικά έργα.
Επόμενα Βήματα
Μετά την επιλογή των επιτυχουσών προτάσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προχωρήσει στο στάδιο της προετοιμασίας των συμφωνιών επιχορήγησης με τα αντίστοιχα σχήματα συνεργασίας, με στόχο την υπογραφή των συμφωνιών πριν από το τέλος του έτους.

Με την υποστήριξη της Συμβουλευτικής Υπηρεσίας της ΕΤΕπ, το επενδυτικό πρόγραμμα θα δομηθεί συστηματικά, θα καθοριστούν οι προτεραιότητες και θα αξιολογηθούν εναλλακτικές λύσεις για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των εγκαταστάσεων. Παράλληλα, θα αναπτυχθεί το κατάλληλο πλαίσιο υλοποίησης, που θα περιλαμβάνει τη δομή των έργων και πιθανές προσεγγίσεις ομαδοποίησης (clustering), με στόχο την προσέλκυση ενδιαφέροντος από την αγορά και τη βέλτιστη εκτέλεση των παρεμβάσεων.
Η συμβουλευτική υποστήριξη θα καλύψει επίσης τη διερεύνηση διαθέσιμων χρηματοδοτικών επιλογών, την προετοιμασία διαγωνιστικών διαδικασιών σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και, σε μεταγενέστερο στάδιο, τη στήριξη πιθανής χρηματοδοτικής συμμετοχής της ΕΤΕπ.

Σύμφωνα με την εταιρεία, οι μπαταρίες λιθίου προσφέρουν σαφές πλεονέκτημα έναντι των συστημάτων αναερόβιας πρόωσης (AIP). Τα υποβρύχια με AIP απαιτούν τακτική επιστροφή σε λιμάνι για την ανατροφοδότηση εξειδικευμένων υποσυστημάτων, ενώ τα υποβρύχια με μπαταρίες λιθίου μπορούν να επαναφορτίζουν τις μπαταρίες τους εν πλω.
Οι μπαταρίες λιθίου έχουν μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα, υποστηρίζουν ταχύτερη φόρτιση σε σχέση με τις κλασικές μπαταρίες μολύβδου-οξέος και απαιτούν αισθητά λιγότερη συντήρηση, ενώ προσφέρουν διάρκεια ζωής αυξημένη κατά περίπου 40%.
Κεντρικό στοιχείο της πρότασης της Naval Group αποτελεί η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή. Μετά τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα φρεγατών FDI HN, η εταιρεία έχει ήδη αναπτύξει εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών στην Ελλάδα, έχοντας υπογράψει 120 συμβάσεις με περισσότερες από 70 ελληνικές εταιρείες.
Ειδικά για το πρόγραμμα υποβρυχίων, η Naval Group έχει υπογράψει συμφωνίες με:
Βάσει αυτών, η METLEN θα μπορούσε να αναλάβει την κατασκευή τμημάτων του σκάφους, ενώ τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά την τελική συναρμολόγηση. Τα υποβρύχια θα μπορούσαν να ναυπηγηθούν πλήρως ή εν μέρει στην Ελλάδα, ανάλογα με τις κυβερνητικές αποφάσεις.
Η Naval Group εκτιμά ότι το πρώτο υποβρύχιο Blacksword Barracuda θα μπορούσε να παραδοθεί εντός 5–6 ετών από την υπογραφή της σύμβασης.
Η εταιρεία διευκρίνισε ότι, σε περίπτωση που το Πολεμικό Ναυτικό επιδιώκει να παραλάβει το πρώτο υποβρύχιο έως το 2035, η υπογραφή της σύμβασης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο έως το 2028. Ωστόσο, το ακριβές χρονοδιάγραμμα θα εξαρτηθεί τόσο από την οριστικοποίηση της τελικής σύμβασης όσο και από το επιλεγμένο μοντέλο ναυπήγησης: είτε πλήρη εγχώρια κατασκευή στην Ελλάδα είτε ένα υβριδικό σχήμα, με το πρώτο υποβρύχιο να ναυπηγείται στο εξωτερικό και τα επόμενα να συναρμολογούνται στην Ελλάδα. Η γαλλική πρόταση παραμένει ευέλικτη και ανοιχτή σε όλες τις επιλογές.
Η Naval Group σημείωσε επίσης ότι οι εργασίες συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την εταιρεία, τα υποβρύχια που χρησιμοποιούν μπαταρίες λιθίου ενδέχεται να έχουν μειωμένες απαιτήσεις συντήρησης σε σύγκριση με πλατφόρμες εξοπλισμένες με συστήματα αναερόβιας πρόωσης (AIP).

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Elbit Systems θα παραδώσει εκτοξευτές PULS, συνοδευόμενους από ολοκληρωμένο πακέτο πυρομαχικών που περιλαμβάνει εκπαιδευτικές ρουκέτες, κατευθυνόμενες ρουκέτες ακριβείας διαφόρων βεληνεκών, καθώς και περιπλανώμενα πυρομαχικά (loitering munitions).
Το σύστημα PULS έχει σχεδιαστεί ώστε να προσφέρει μια οικονομικά αποδοτική και προσαρμόσιμη λύση για σύγχρονες επιχειρήσεις πυροβολικού. Είναι σε θέση να εκτοξεύει μη κατευθυνόμενες ρουκέτες, κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας και πυραύλους από μία ενιαία πλατφόρμα.
Παράλληλα, το σύστημα είναι συμβατό με υφιστάμενες τροχοφόρες και ερπυστριοφόρες πλατφόρμες, στοιχείο που αναμένεται να μειώσει σημαντικά τις απαιτήσεις συντήρησης και εκπαίδευσης του προσωπικού.
Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, σύμφωνα με τη σχετική κυβερνητική πολιτική. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει μεταφορά τεχνογνωσίας και ανταλλαγή τεχνικής εμπειρίας με στόχο την υποστήριξη της εγχώριας παραγωγής.
«Η Elbit Systems διατηρεί μακροχρόνια και επιτυχημένη συνεργασία με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας και το παρόν έργο ενισχύει περαιτέρω αυτή τη σχέση», δήλωσε ο Bezhalel Machlis, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Elbit Systems. «Η Ελλάδα εντάσσεται στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ που έχουν επιλέξει το σύστημα PULS, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαρκώς αυξανόμενη φήμη του ως μια ιδιαίτερα αποτελεσματική και ευέλικτη λύση για τις σύγχρονες ανάγκες πυροβολικού στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Αποτελεί τιμή για εμάς η συνεχής εμπιστοσύνη που επιδεικνύεται στα προηγμένα μας συστήματα».
Η συμφωνία αντανακλά τη συνεχιζόμενη συνεργασία Ισραήλ και Ελλάδος στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας, ενώ, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, αναδεικνύει και την αυξανόμενη ζήτηση για προηγμένα συστήματα πυροβολικού μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε σήμερα ένα πρόγραμμα εργασίας αξίας €1,5 δισ. στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP), με στόχο την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, την αύξηση της παραγωγικής της ικανότητας και την εξασφάλιση τεχνολογικής προόδου και ανθεκτικότητας.
Το EDIP αντιμετωπίζει κρίσιμες προκλήσεις στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας ενισχύοντας τις βιομηχανικές γραμμές παραγωγής, ενδυναμώνοντας τη συνεργασία με την Ουκρανία, προωθώντας τις κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες και αναπτύσσοντας αμυντικά έργα κοινού ενδιαφέροντος. Το πρόγραμμα αποτελεί σημαντικό βήμα στις προσπάθειες της ΕΕ να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Προτεραιότητες επενδύσεων και κατανομή πόρων
Πάνω από €700 εκατ. θα διατεθούν για την αύξηση της παραγωγής κρίσιμων αμυντικών συστημάτων και υποσυστημάτων, όπως συστήματα κατα μη επανδρωμένων οχημάτων, πυραύλους, και πυρομαχικά. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται €260 εκατ. μέσω του Εργαλείου Υποστήριξης για την Ουκρανία (USI) του EDIP, με στόχο την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό της Αμυντικής Τεχνολογικής και Βιομηχανικής Βάσης (DTIB) της Ουκρανίας, μέσω επενδύσεων σε συνεργατικά έργα που αυξάνουν τη βιομηχανική παραγωγική ικανότητα τόσο στην Ουκρανία όσο και στην Ευρώπη.
Τα Ευρωπαϊκά Αμυντικά Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (EDPCI) θα λάβουν €325 εκατ. για την εκκίνηση και υλοποίηση φιλόδοξων συνεργατικών βιομηχανικών προγραμμάτων. Τα έργα αυτά στοχεύουν να ωφελήσουν ευρύτερα την ΕΕ και παραμένουν ανοιχτά στη συμμετοχή της Νορβηγίας και της Ουκρανίας.
Για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, το EDIP θα χρηματοδοτήσει με €240 εκατ. κοινές προμήθειες αμυντικού εξοπλισμού, μεταξύ άλλων συστημάτων κατα μη επανδρωμένων οχημάτων, αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και χερσαίων και ναυτικών μαχητικών συστημάτων, από τα κράτη μέλη και τη Νορβηγία. Οι κοινοπραξίες δημόσιων αναθετουσών αρχών μπορούν να υποβάλουν αίτηση χρηματοδότησης, με επιχορηγήσεις έως €20 εκατ. ανά έργο.
Νεοφυείς επιχειρήσεις του αμυντικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μικρομεσαίων επιχειρήσεων (SMEs) και μικρών mid-caps, θα επωφεληθούν από €100 εκατ. σε κεφαλαιακή υποστήριξη μέσω του FAST (Fund Accelerating Defence Supply Chains Transformation). Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας BraveTech EU, ένα νέο πρόγραμμα αμυντικής καινοτομίας θα λάβει επιπλέον €35,3 εκατ. από το EDIP, ενισχύοντας ουκρανικές και ευρωπαϊκές βιομηχανίες, ιδίως start-ups και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και επιταχύνοντας την ανάπτυξη καινοτομιών για την αντιμετώπιση των άμεσων επιχειρησιακών αναγκών των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ παράλληλα θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Επόμενα βήματα
Η πρώτη σειρά προσκλήσεων υποβολής προτάσεων στο πλαίσιο του EDIP θα αναρτηθεί στο EU Funding & Tenders Portal στις 31 Μαρτίου 2026.
Ιστορικό
Το EDIP εγκρίθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2025. Αποτελεί μία από τις πολλές πρωτοβουλίες της ΕΕ για την ενίσχυση της αμυντικής ετοιμότητας και της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας. Το πρόγραμμα διαθέτει επιχορηγήσεις συνολικού ύψους €1,5 δισ. για την περίοδο 2026–2027.

Σε συνέχεια της από 5 Ιαν 26 ανακοίνωσης αναφορικά με τη δημοσίευση του EDF WP2026, το ΕΛΚΑΚ ανακοινώνει την έναρξη της διαδικασίας υποβολής αιτημάτων υποστήριξης προτάσεων, στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος.
Κάθε ελληνική οντότητα που επιθυμεί να συμμετάσχει σε Ερευνητική (Research Action – RA) ή Αναπτυξιακή Δράση (Development Actions – DA) του εν λόγω προγράμματος και αιτείται εθνικής υποστήριξης, υποβάλλει το αίτημα της απευθείας στο ΕΛΚΑΚ, στην ηλεκτρονική διεύθυνση edf@elkak.gr με κοινοποίηση στη διεύθυνση rnd@elkak.gr. Για κάθε αίτημα, θα αποστέλλεται από το ΕΛΚΑΚ αίτημα επιβεβαίωσης παραλαβής.
Όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν την επίσημη φόρμα υποβολής σε μορφή .xlsx
Η τελική υποβολή των προτάσεων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πραγματοποιείται μέσω της Πύλης Χρηματοδότησης και Προσφορών (EU Funding & Tenders Portal), με γενική προθεσμία την 29η Σεπτεμβρίου 2026 και ειδική προθεσμία για τη θεματική MDOC‑STEP, την 28η Απριλίου 2026 (EDF-2026-DA–EXP–DIGIT–MDOC–STEP).
Προτάσεις DA
Το ΕΛΚΑΚ θα δεχθεί και θα υποστηρίξει προτάσεις από όλες τις DA θεματικές (call topics) του προγράμματος, με προτεραιότητα στις προτάσεις που εμπίπτουν στις ακόλουθες θεματικές:
• EDF‑2026‑DA‑SENS‑CEW
• EDF‑2026‑DA‑SPACE‑PRS
• EDF‑2026‑DA‑PROTMOB‑DMM
• EDF‑2026‑DA‑ACC‑AIRDEF‑EATMI
• EDF‑2026‑LS‑DA‑DIS‑OTHR
• EDF‑2026‑DA‑AIR‑STFS
• EDF‑2026‑DA‑EXP‑DIGIT‑MDOC‑STEP
Για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, το ΕΛΚΑΚ θέτει τις ακόλουθες προθεσμίες υποβολής αιτημάτων υποστήριξης:
• 15 Μαΐου 2026, 15:00: Υποβολή προτάσεων DA, ως συντονιστής (coordinator) κοινοπραξίας.
• 19 Ιουνίου 2026, 15:00: Υποβολή προτάσεων DA, ως εταίρος και προτάσεων RA.
• 29 Μαρτίου 2026, 15:00: Υποβολή αποκλειστικά για EDF‑2026‑DA‑EXP‑DIGIT‑MDOC‑ STEP.
Στη σχετική αποστολή της συμπληρωμένης φόρμας, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και το σχέδιο Initial Harmonized Defence Capabilities Requirements (IHDCR).
Στην περίπτωση που στην πρόταση οι ελληνικές οντότητες συμμετέχουν ως εταίροι, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα από τις οντότητες, μέσω των συντονιστών, ώστε να αποσταλεί από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας της συντονίστριας οντότητας αίτημα στο ΕΛΚΑΚ, για υποστήριξη/συγχρηματοδότηση της πρότασης. Η πληρότητα της υποβολής αιτήματος υποστήριξης, καθώς και η συνάφεια με τις απαιτήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων, αποτελούν κριτήρια για την αξιολόγηση των προτάσεων. Τυχόν ελλείψεις, θα γνωστοποιούνται στους εμπλεκόμενους, με σκοπό την άμεση κάλυψη τους, ενώ προτάσεις που θα παραμένουν ελλιπείς μετά την προθεσμία δεν θα αξιολογούνται.
Η ολοκλήρωση των παραπάνω διαδικασιών, θα οδηγήσει στα κάτωθι αναφερόμενα:
α. Σε περίπτωση συντονισμού της Κ/Ξ, θα εκδοθούν LoI, IHCDR και οι σχετικές δηλώσεις (Co-finance Declaration, Harmonized Capability Declaration και Declaration on Procurement Intent and Common Specifications) από το ΕΛΚΑΚ και θα επιδοθούν στον συντονιστή της πρότασης, μαζί με τις λοιπές σχετικές δηλώσεις που θα έχουν εκδοθεί από το κάθε συμμετέχον κ-μ, προκειμένου να συμπεριληφθούν στην υπό υποβολή πρόταση.
β. Σε περίπτωση συμμετοχής ως εταίρος στην Κ/Ξ, θα επιδοθούν στο Υπουργείο Άμυνας του συντονίζοντος κ-μ τα υπογεγραμμένα LoI, IHCDR και οι σχετικές δηλώσεις (Cofinance Declaration, Harmonized Capability Declaration και Declaration on procurement intent and common specifications) από το ΕΛΚΑΚ, προκειμένου να τα επιδώσει με τη σειρά του στην συντονίστρια οντότητα, ώστε να συμπεριληφθούν στην υπό υποβολή πρόταση.
γ. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, οι ενδιαφερόμενες οντότητες μπορούν και πάλι να συμμετάσχουν στην πρόταση, χωρίς την υποστήριξη του ΕΛΚΑΚ με LoΙ, ακολουθώντας τη διαδικασία της αυτοχρηματοδότησης (self-funding).
Προτάσεις RA
Οι Ελληνικές οντότητες, που επιθυμούν να συμμετάσχουν σε Κ/Ξ για υποβολή πρότασης RA, είτε ως συντονιστές, είτε ως απλοί εταίροι, καλούνται να ακολουθήσουν τη διαδικασία που περιγράφεται παρακάτω, λαμβάνοντας υπόψη ότι:
α. Η πρότασή τους θα αξιολογηθεί από το ΕΛΚΑΚ, προκειμένου να ληφθεί τελική απόφαση για την ενεργή υποστήριξή τους ή μη.
β. Σε περίπτωση θετικής απόφασης, θα ακολουθηθεί η διαδικασία έκδοσης Letter of Support (LoS).
γ. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, μπορούν και πάλι να συμμετάσχουν, χωρίς την υποστήριξη του ΕΛΚΑΚ με LoS, το οποίο δεν αποτελεί προϋπόθεση για την υποβολή πρότασης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο ύψους 115 εκατ. ευρώ, με την ονομασία AGILE, το οποίο στοχεύει να φέρει τις ανατρεπτικές αμυντικές τεχνολογίες από το εργαστήριο στο πεδίο εφαρμογής με πρωτοφανή ταχύτητα. Το πιλοτικό αυτό μέσο έχει σχεδιαστεί για να επιταχύνει την ανάπτυξη και τις δοκιμές καινοτόμων αμυντικών λύσεων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι κβαντικές τεχνολογίες ή τα μη επανδρωμένα οχήματα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (SMEs), συμπεριλαμβανομένων των νεοφυών (start-ups) και αναπτυσσόμενων (scale-ups) εταιρειών.
Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει καταδείξει ότι η επιτυχία στο σύγχρονο πεδίο μάχης εξαρτάται πλέον από πολύ σύντομους κύκλους καινοτομίας· από την ικανότητα ανάπτυξης, δοκιμής και επιχειρησιακής ένταξης νέων τεχνολογιών και οικονομικά αποδοτικών λύσεων μέσα σε εβδομάδες ή μήνες, αντί για χρόνια. Καθώς ο σύγχρονος πόλεμος μετασχηματίζεται ταχύτατα σε ψηφιακό και τεχνολογικό επίπεδο, το AGILE έχει σχεδιαστεί για τους «νέους παίκτες» της άμυνας: startups και τεχνολογικούς καινοτόμους που λειτουργούν με μεγάλη ταχύτητα.
Για να τους στηρίξει, το πρόγραμμα θα προσφέρει ταχύτερη και πιο ευέλικτη χρηματοδότηση για μεμονωμένες εταιρείες και θα επιτρέπει την όσο το δυνατόν γρηγορότερη επιχειρησιακή αξιοποίηση καινοτομιών. Το AGILE στοχεύει να λειτουργεί με πρωτοφανή χρόνο έγκρισης επιδότησης μόλις τεσσάρων μηνών, ενώ οι τεχνολογίες θα πρέπει να φτάνουν στους τελικούς χρήστες (αμυντικές δυνάμεις) μέσα σε 1 έως 3 χρόνια.
Το AGILE θα χρηματοδοτήσει 20 έως 30 έργα, καλύπτοντας έως και το 100% των επιλέξιμων δαπανών. Επιπλέον, θα περιλαμβάνει αναδρομική πρόβλεψη, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να διεκδικήσουν έξοδα που πραγματοποιήθηκαν έως και τρεις μήνες πριν από τη λήξη της πρόσκλησης, διευκολύνοντας έτσι την ταχεία ανάπτυξη καινοτομιών.
Το πρόγραμμα εργασίας θα καλύπτει δύο βασικές κατηγορίες δραστηριοτήτων:
Το πρόγραμμα θα ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις πιο κρίσιμες ανάγκες των κρατών‑μελών της ΕΕ και θα συμβάλει ώστε η ευρωπαϊκή άμυνα να είναι όχι μόνο καινοτόμος, αλλά και έτοιμη να ανταποκριθεί άμεσα σε κάθε απειλή.
Η Επιτροπή θα παρουσιάσει πρόταση Κανονισμού για την επίσημη σύσταση του AGILE προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Το εργαλείο αναμένεται να είναι επιχειρησιακά διαθέσιμο στις αρχές του 2027, ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία αξιοποίηση νέων τεχνολογιών από τις ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις.
Ιστορικό
Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει σημαντικά τις προσπάθειες για έρευνα και ανάπτυξη στον τομέα της άμυνας, κυρίως μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF), το οποίο προωθεί διασυνοριακά και συνεργατικά έργα. Στο πλαίσιο αυτό, το EU Defence Innovation Scheme (EUDIS) στηρίζει startups και SMEs, ενώ το Hub for EU Defence Innovation (HEDI), που δημιουργήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας (EDA), ενισχύει τη συνεργασία μεταξύ κρατών‑μελών και ενδιαφερομένων φορέων. Συνολικά, τα εργαλεία αυτά οικοδομούν ένα ισχυρό υπόβαθρο για την από κοινού αμυντική καινοτομία στην Ευρώπη.
Ωστόσο, απαιτούνται πρόσθετες προσπάθειες που θα συμπληρώσουν τα υπάρχοντα εργαλεία με πιο ευέλικτους μηχανισμούς. Πρόσφατες πρωτοβουλίες, όπως ο οδικός χάρτης «Preserving Peace – Readiness Roadmap 2030» και η «Λευκή Βίβλος για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Άμυνας – Readiness 2030», υπογραμμίζουν την ανάγκη επιτάχυνσης της καινοτομίας και της υιοθέτησης νέων τεχνολογιών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Οδικός Χάρτης Μετασχηματισμού της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας επισημαίνει ότι το ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα χρειάζεται μεγαλύτερη ταχύτητα, ευελιξία και ανάληψη ρίσκου, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ανάγκη για νέα, πιο άμεσα και αποκρινόμενα εργαλεία στήριξης, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για το πρόγραμμα AGILE.

Σε μια συμφωνία-σταθμό που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη, ο Όμιλος ONEX Shipyards & Technologies και ο κορυφαίος παγκόσμιος ναυπηγικός Όμιλος Hanwha Ocean ενώνουν τις δυνάμεις τους, μετατρέποντας την Ελλάδα στο επίκεντρο της αμυντικής ναυπηγικής βιομηχανίας για την Μεσόγειο, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Μαύρη Θάλασσα.
Η στρατηγική συμφωνία συνεργασίας υπεγράφη σε ειδική τελετή που πραγματοποιήθηκε σήμερα στην έδρα της HANWHA στη Σεούλ, παρουσία υψηλόβαθμων στελεχών και των δύο πλευρών, εκπροσώπων κυβερνήσεων και διπλωματικών αποστολών.
Ακολουθώντας το όραμα της ιστορικής συμφωνίας της Ουάσιγκτον, ο Όμιλος ONEX γίνεται ο πρώτος ελληνικός ναυπηγικός όμιλος με ουσιαστική εξωστρέφεια, κατέχοντας πλέον ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά αμυντικών πλοίων, υποβρυχίων, καθώς και επανδρωμένων και μη επανδρωμένων συστημάτων επόμενης γενιάς.
Μέσα από αυτή τη σύμπραξη, τα ναυπηγεία του Ομίλου ONEX καθίστανται ο κεντρικός ναυπηγικός βραχίονας της Hanwha στην περιοχή. Η συνεργασία αυτή δημιουργεί το ισχυρότερο ναυπηγικό οικοσύστημα στη Μεσόγειο, συνδυάζοντας μοναδικά την Κορεατική ναυπηγική υπεροχή της Hanwha, τις πλέον προηγμένες Αμερικανικές αμυντικές τεχνολογίες και την υψηλή Ελληνική ναυπηγική τέχνη και τεχνογνωσία.
Η συμφωνία διασφαλίζει στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό άμεση πρόσβαση σε πλοία και υποβρύχια τεχνολογικής αιχμής, ενώ για πρώτη φορά η Ελλάδα αποκτά τη δυνατότητα:
Η επένδυση αυτή δίνει νέα πνοή στην ελληνική οικονομία, δημιουργώντας χιλιάδες νέες, υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και προσφέροντας πρωτοφανή οφέλη στο εγχώριο βιομηχανικό οικοσύστημα. Με τη σφραγίδα των ΗΠΑ και τη Κορέας, η ONEX οδηγεί την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας αμυντικής βιομηχανίας, θωρακίζοντας την ασφάλεια και την ευημερία της περιοχής.

Η ιταλική αμυντική εταιρεία Leonardo ολοκλήρωσε την εξαγορά του αμυντικού τμήματος του Ομίλου Iveco, που περιλαμβάνει τις μάρκες IDV και ASTRA, σε μια συμφωνία αξίας 1,6 δισ. ευρώ. Η συναλλαγή, η οποία χρηματοδοτήθηκε από διαθέσιμα ταμειακά κεφάλαια, αντιστοιχεί στην προγενέστερα γνωστοποιημένη επιχειρηματική αξία των 1,7 δισ. ευρώ.
Η εξαγορά αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στη στρατηγική της Leonardo να ενισχύσει τον ρόλο της ως κορυφαίου και πλήρως ολοκληρωμένου κατασκευαστή πρωτότυπου εξοπλισμού στον τομέα χερσαίας άμυνας. Ενσωματώνοντας τις νέες δυνατότητες, η εταιρεία στοχεύει να διευρύνει το χαρτοφυλάκιό της σε λύσεις άμυνας και ασφάλειας που καλύπτουν τόσο ερπυστριοφόρες όσο και τροχοφόρες στρατιωτικές πλατφόρμες.
«Η εξαγορά ενισχύει τη θέση μας ως ηγετικού παίκτη στον τομέα της χερσαίας άμυνας και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά μας σε μια αγορά με σημαντικές προοπτικές μακροπρόθεσμης ανάπτυξης», δήλωσε ο Roberto Cingolani, Διευθύνων Σύμβουλος και Γενικός Διευθυντής της Leonardo. «Μέσα από αυτή τη συναλλαγή, η Leonardo αποκτά τις βιομηχανικές δυνατότητες που απαιτούνται για την παράδοση πλήρως ολοκληρωμένων πλατφορμών, από την κινητικότητα έως το φόρτο μάχης, και κάνει ένα ακόμη βήμα στην στρατηγική ανόργανης ανάπτυξης, έναν από τους πυλώνες υλοποίησης του Βιομηχανικού μας Σχεδίου.»
Σύμφωνα με τη Leonardo, η ενσωμάτωση των αμυντικών δραστηριοτήτων της Iveco θα ενισχύσει τη συνολική εμπορική παρουσία των δύο εταιρειών. Η συμπληρωματικότητα των εμπορικών δικτύων αναμένεται να ενδυναμώσει την ικανότητά τους να προσφέρουν ολοκληρωμένες λύσεις άμυνας σε αγορές με υψηλές αναπτυξιακές προοπτικές.
Τα ηλεκτρονικά συστήματα της Leonardo, όπως τεχνολογίες διοίκησης και ελέγχου, ηλεκτροπτικά συστήματα και προηγμένοι πύργοι οπλικών συστημάτων, θα συνδυαστούν με τις στρατιωτικές πλατφόρμες οχημάτων της IDV. Η εταιρεία σημείωσε ότι η ενσωμάτωση αυτή θα επιτρέψει την παροχή ολοκληρωμένων επιχειρησιακών λύσεων, ενώ παράλληλα θα στηρίξει περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη.
Η εξαγορά ενώνει τη τεχνογνωσία των δύο εταιρειών στους αντίστοιχους τομείς τους. Η Leonardo ανέφερε ότι ο συνδυασμός μηχανικής γνώσης, παραγωγικής δυναμικότητας και ικανοτήτων logistics θα επιφέρει λειτουργικές συνέργειες και νέες ευκαιρίες ενίσχυσης των δεξιοτήτων του προσωπικού.
Στο πλαίσιο της συναλλαγής, οι αμυντικές δραστηριότητες του Ομίλου Iveco διαχωρίστηκαν και αναδιοργανώθηκαν υπό μια ενιαία ιταλική εταιρική οντότητα, τη IDV Group S.r.l., της οποίας η Leonardo απέκτησε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου. Ο κλάδος κατέγραψε έσοδα 1,368 δισ. ευρώ για το 2025.
Ο όμιλος IDV διαθέτει έξι μονάδες παραγωγής στην Ιταλία, Γερμανία, Ρουμανία και Βραζιλία και απασχολεί περίπου 2.000 εργαζομένους. Διατηρεί επίσης 12 εμπορικά γραφεία στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία, καθώς και επτά κέντρα έρευνας και ανάπτυξης στην Ιταλία, τη Βραζιλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.
Το χαρτοφυλάκιο προϊόντων της νεοαποκτηθείσας επιχειρηματικής μονάδας περιλαμβάνει ελαφρά και μεσαίου τύπου τεθωρακισμένα οχήματα, βαριές τεθωρακισμένες πλατφόρμες, καθώς και οχήματα λογιστικής και τακτικής υποστήριξης σχεδιασμένα κυρίως για στρατιωτική χρήση. Η Leonardo σημείωσε ότι η εξαγορά ενισχύει περαιτέρω την παρουσία της στην ευρωπαϊκή αγορά χερσαίας άμυνας, ενδυναμώνοντας παράλληλα την ικανότητά της να παρέχει ολοκληρωμένες λύσεις στους πελάτες της.